Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Η ΧΑΛΚΙΔΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Stavedo μ.jpgΗ ΧΑΛΚΙΔΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η σημερινή πόλη της Χαλκίδας απλώνεται στη μικρή χερσονήσο της Κεντρικής Εύβοιας και έχει ως φυσικά της όρια μικρούς λόφους, οι οποίοι απλώνονται στα βόρεια, ανατολικά και νότια της πόλης. Βρίσκεται λοιπόν σε μιά θέση στρατηγική από κάθε άποψη και σε αυτό συντείνει το γεγονός του ελέγχου του πορθμού του Ευρίπου.
Αυτό το γεγονός το είχαν προσέξει οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης και προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν γιατι ήταν σίγουρο σχεδόν ότι θα προσ-πόριζε στην πόλη δύναμη και πλούτο. Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης της πόλης συναντώνται ήδη από την παλαιολιθική περιόδο, αλλά ο πρώτος σημαντικός οικισμός της που μπορεί να χαρακτηριστεί ως πόλισμα έγινε γύρω στο 3000 π.Χ. κατά την αρχή της Νεολιθικής Περιόδου. Η πρώτη αυτή πόλη της Χαλκίδας βρισκόταν στις βόρειες παρυφές της σημερινής στην περιοχή της Μάνικας. Η πρώτη αυτή πόλη θα ζήσει για μια χιλιετία και όπως προέκυψε από τις αρχαιολογικές ανασκαφές ήταν μια καλά οργανωμένη πόλη με μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, οδικές αρτηρίες και οικίες που ήταν αψιδωτές ή τετράγωνες με όροφο ή ισόγειες, ενώ παράλληλα αυτές ήταν εφοδιασμένες και με ιερό, εστία, πηγάδια και βοτσαλωτά δάπεδα. Στην πορεία οι άλλοι οικισμοί που αναπτύσσονται γύρω από αυτήν φαίνεται πως υποδηλώνουν τη γενικότερη ακμή που παρουσιάζεται με τη μόνιμη κατοίκηση και έτσι αποκτά και τους πρώτους της ανταγωνιστές.
Η ύπαρξη της Χαλκίδας στα μυκηναϊκά χρόνια διαπιστώνεται έμμεσα μόνο, εκτός από σποραδικά τεκμήρια, κυρίως μέσα από τα Ομηρικά Έπη, αφού οι Χαλκιδείς περιλαμβάνονται μέσα στον ονομαστό «Νηών Κατάλογο», έχοντας προσφέρει 40 πλοία. Στα γεωμετρικά χρόνια η πόλη συνοικίζεται και βιώνει ονομαστή ακμή, ενώ μαζί με την Ερέτρια αποτελούν τις δύο σημαντικότερες πόλεις της Εύβοιας. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με το εμπόριο, την κεραμική και τη μεταλλοτεχνία, από όπου λαμβάνεται πιθανώς και το όνομά της. Η ανάπτυξη της πόλης οδηγεί συνακόλουθα στην αύξηση του πληθυσμού και τελικά στον αποικισμό με την ίδρυση πολλών σημαντικών πόλεων στη Δύση, αλλά και στον ελλαδικό χώρο.
Η ίδια εξέλιξη ακολουθεί και στα αρχαϊκά χρόνια με το έντονο στοιχείο του αποικισμού. Το σημαντικότερο γεγονός, όμως, των χρόνων αυτών δεν είναι ο αποικισμός, αλλά ο πόλεμος του Ληλάντιου πεδίου που διεξήχθη μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας. Πιστεύεται γενικά πως ο πόλεμος αυτός δεν κρίθηκε σε μια μάχη, αλλά ακολούθησαν πολλές και σε αυτές βοήθησαν τους μαχόμενους και σύμμαχοι από άλλες ελλαδικές πόλεις. Τελικοί νικητές στον πόλεμο αυτό φαίνεται πως ήταν οι Χαλκιδείς.
Στα κλασσικά χρόνια η Χαλκίδα βοήθησε στον κοινό αγώνα κατά των Περσών με τη συμμετοχή της στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου, της Σαλαμίνας και στη μάχη των Πλαταιών, ενώ φαίνεται πως συμμετείχε και στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Η προσπάθεια της απομάκρυνσής της από τη Συμμαχία είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή της από τους Αθηναίους και την εγκατάσταση αθηναίων κληρούχων στα εδάφη της. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου υπήρξε σημαντική στρατιωτική και ναυτική βάση. Τα χρόνια που ακολουθούν ως το 342 π.Χ. είναι ιδιαίτερα ταραγμένα, οπότε και δημιουργείται το «Κοινό των Ευβοέων» και έτσι γίνεται προσπάθεια μιας σταθεροποίησης των καταστάσεων. Πρωτεύουσα στο Κοινό είναι η πόλη της Χαλκίδας, αλλά ακολουθούν πολλές περιπέτειες ως την εμφάνισή των Μακεδόνων.
Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. και μετά την ενοποίηση όλων των ελληνικών πόλεων κάτω από τη Μακεδονική δύναμη και ως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση η περίοδος είναι γεμάτη από συγκρούσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και ανακοπή της ανάπτυξης της πόλης και της καλλιτεχνικής της προόδου. Χαρακτηριστό είναι το γεγονός ότι το 323 π.Χ. έρχεται στη Χαλκίδα ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης για να πεθάνει τον επόμενο χρόνο στο σπίτι της μητέρας του. Κάστρο μ.jpg
Το 200 π.Χ. η πόλη καταστρέφεται από τον Ρωμαίο στρατηγό Γάιο Σουλπίκιο Γάλβα και έτσι εγκαινιάζεται η ρωμαϊκή κατοχή της Εύβοιας, ενώ το 146 π.Χ. με την ολοκληρωτική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους Ρωμαίους η πόλη επανιδρύεται, όπως έγινε και με άλλες πόλεις. Τα χρόνια της ρωμαιοκρατίας για την πόλη είναι και αυτά στο σύνολό τους χρόνια ακμής και προόδου γενικά για την Εύβοια και ειδικώτερα για την πόλη της Χαλκίδας, όπου έχει την μόνιμη και αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία.
Με το τέλος των Ρωμαϊκών χρόνων και την είσοδο στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια η πόλη γίνεται η πρώτη επισκοπή που ανήκει στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Αχαΐας, όπως και διοικητικά ανήκει στην επαρχία της Αχαΐας. Η περίοδος των βυζαντινών χρόνων χαρακτηρίζεται από τη μεταφορά της πόλης πιο κοντά προς τη θάλασσα, στη θέση της σημερινής πόλης με σημαντικό λιμάνι της εκείνο του Αγίου Στεφάνου. Η πόλη οχυρώθηκε εκ νέου στα χρόνια του Ιουστινιανού πιθανώς για να αντιμετωπίσει τις διάφορες εχθρικές επιδρομές. Έτσι η πόλη επέζησε των αραβικών επιδρομών του 7ου αιώνα. Παρόλα αυτά η  Χαλκίδα συνέχισε να είναι σημαντικός εμπορικός σταθμός σε όλη τη διάρκεια των βυζαντινών και υστεροβυζαντινών χρόνων, ώσπου καταστράφηκε από τις νορμανδικές επιθέσεις  το 1146 που διευθύνονταν το Ρογήρο της Σικελίας.
Το 1204 με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυρο-φόρους η Εύβοια δόθηκε ως τιμάριο στον φλαμανδό ιππότη Jacques d' Avesnes για λίγο, καθώς αργότερα χωρίστηκε σε τρία μέρη και το καθένα δόθηκε και σε λομβαρδούς ιππότες της οικογένειας των delle Carceri και Percorari. Αυτοί ήταν οι ονομαστοί τριτημόριοι. Τα χρόνια της Φραγκοκρατίας είναι χρόνια ακμής για τη βαρωνία της Χαλκίδας τόσο από το εμπόριο, όσο και από την κατεργασία της πορφύρας και τη λειτουργία των τραπεζικών οργανισμών των Βενετών. Σταδιακά η εξουσία της Εύβοιας πέρασε στη Βενετία και ο βάϊλος διοικούσε το νησί. Μετά την ανακατάληψη μάλιστα της Κωνσταντινούπολης το 1261 ο λατίνος πατριάρχης της Κων/πολης εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα. Στα χρόνια αυτά ως το 1470 που η πόλη έπεσε στους Τουρκους έμεινε στα χέρια των Βενετών κυρίων της και δεν ήταν λίγες οι φορές που υπέφερε από τους πειρατές.
Κόκκινο σπίτι μ.jpgΤην περίοδο της Τουρκοκρατίας λόγω της επίκαιρης θέσης της και πάλι κατέστη έδρα του Καπουδάν Πασά και παράλληλα το Πασαλίκι του Εγρίπου ήταν διοικητική διαίρεση που συμπεριλάμβανε όλη σχεδόν τη Στερεά Ελλάδα. Στην περίοδο εκείνη ως τον 17ο αιώνα περίπου ο πλούτος της Εύβοιας προσείλκυε την εγκατάσταση σε αυτήν αγάδων, αλλά παράλληλα πολλές φορές υπήρξε και στόχος πειρατικός.  Στα τέλη του 17ου αιώνα πολιορκήθηκε η Χαλκίδα από το γνωστό βενετό ναύαρχο Μοροζίνι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης το 1821 και παρά το γεγονός ότι το νησί της Εύβοιας έγινε θέατρο πολλών μαχών, οι ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο νησί δεν του επέτρεψαν την οριστική του απελευθέρωση.  Από τον τουρκικό ζυγό απαλλάχθηκε οριστικά με την παράδοση της Χαλκίδας στις 7 Απριλίου 1833 και της Καρύστου δύο μέρες αργότερα για να εντάχθει στα όρια του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους.       
Πηγή: http://www.imchalkidos.gr/

Βίος Αγίας Παρασκευής

Βίος Αγίας Παρασκευής

H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου. Η μνήμη της τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 26 Ιουλίου.

Ἀπολυτίκιον Τῆς Ἁγίας

Ἦχος α'

Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθλοφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Η Ιστορία του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής Πολιούχου Χαλκίδος.


Η Ιστορία του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής Πολιούχου Χαλκίδος.

Η Αγία Παρασκευή είναι η προστάτιδα της Χαλκίδας, της οποίας κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου τιμάται πανηγυρικά η μνήμη της.

Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής είναι ένα σημαντικό βυζαντινό μνημείο. Είναι ξυλόστεγος Βασιλική του 5ου ή 8ου αιώνα.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη "Φόνισσα" την περιγράφει "ως ψηλό και άκομψο ναό".

Η τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Παρασκευής, παρά το μεγάλο μέγεθός της, με μέγιστο μήκος 38,40 μέτρων και πλάτος 19,90 μέτρων, παρουσιάζει μια ιδιαίτερα λιτή εικόνα.

Ο κύριος ναός αποτελείται από τρία ξυλόστεγα κλίτη, που τα διαχωρίζουν οι δύο όμοιες μεταξύ τους κιονοστοιχίες. Οι τελευταίες πάλι δεν είναι ομοιόμορφες, αλλά αποτελούνται από ένα δυτικότερο τμήμα και ένα ανατολικότερο, που τα χωρίζει μεγάλος πεσσός. Το δυτικότερο τμήμα της τοξοστοιχίας είναι διώροφο. Στη χαμηλότερη ζώνη, πάνω στους τρεις κίονες με τους ισχυρούς κυλινδρικούς κορμούς και τα ποικίλα παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα, στηρίζονται ελαφρώς οξυκόρυφα τόξα, ενώ στην ανώτερη στάθμη η τοιχοποιία, που υποβαστάζει την κεντρική δίρριχτη στέγη, διατρυπάται από τέσσερα τοξωτά ανοίγματα. Αντίθετα, τα ανατολικότερα μέρη των τοξοστοιχιών δίνουν την εντύπωση εγκάρσιου κλίτους, αφού δεν παρουσιάζουν διμερή καθ' ύψος διάταξη, αλλά αποτελούνται από ζεύγη οξυκόρυφων τόξων, που στηρίζονται σε ραδινούς μαρμάρινους κίονες, με κορινθιακά κιονόκρανα, κορμούς με ατελείς γλυφές και βάση ιωνική απολαξευμένη, ο ένας, ενώ ο άλλος αντί για βάση στηρίζεται σε σφόνδυλο μεγαλύτερης διαμέτρου.

Ευρύς, ξύλινος γυναικωνίτης ή υπερώρο προσκολλημένο στο δυτικό τοίχο, με άνετα κλιμακοστάσια στα πλάγια κλίτη, εκτείνεται σε όλο το πλάτος του ναού. Για τη στήριξη του υπερώου έχουν προστεθεί δύο ογκώδεις πεσσοί μεταξύ των δυτικότερων κιόνων, καθώς και δύο παραστάδες στο δυτικό τοίχο, στοιχεία που συνδυαζόμενα με τους δυο εξωτερικούς κίονες της δυτικής όψης, αποδεικνύουν ότι ο δυτικός τοίχος είναι πράγματι μεταγενέστερη κατασκευή, και ότι η βασιλική αρχικά προεκτεινόταν προς τα δυτικά.

Η ανατολική περιοχή της βασιλικής είναι θολοσκέπασταη και αποτελείται από το ιερό και τα δύο παρεκκλήσια από τα οποίο το βόρειο είναι τετράγωνο και αποτελεί το ισόγειο μεγάλου κωδωνοστασίου, ενώ το νότιο είναι επιμήκες.

Κάτω από τα παρεκκλήσια έχουν ταφεί Ενετοί ηγεμόνες. Το αριστερό παρεκκλήσι είναι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου πίσω από το οποίο υπάρχει το κωδωνοστάσιο. Και εδώ συναντάμε τα χαρακτηριστικά της δυτικής τέχνης. Οξυκόρυφα τόξα που καταλήγουν σε δίδυμους κιονίσκους διακοσμούν τους τοίχους. Η οροφή καλύπτεται από σταυροθόλια με εξέχουσες νευρώσεις, τα οποία καταλήγουν σε γλυπτά κοσμήματα. Αυτά απεικονίζουν αλυσοειδή πλέγματα, αμπελόφυλλα και σταφύλια. Στο παρεκκλήσι αυτό φυλάγεται μια πλάκα επιταφίου του 14ου αιώνα, με το οικόσημο του ηγεμόνος Πέτρου Lippamano. Πάνω από την πλάκα έχει τοποθετηθεί μια γυναικεία προτομή με ύψος 39 εκατοστά. Σύμφωνα με το Γερμανό βυζαντινολόγο, Strzygowski, πρέπει να είναι σύγχρονο της πρώτης οικοδομής της Βασιλικής και η θέση του ήταν στο τέμπλο ή στο Αγιο Βήμα ή κάτω από την ωραία Πύλη.

Το δεύτερο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής είναι αφιερωμένο στον Άγιο Χαράλαμπο. Είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο και ανάλογα διακοσμημένο. Γλυπτές παραστάσεις αμπέλου και σταφυλιών κοσμούν τις γωνίες του παρεκκλησίου, ενώ την κορυφή άνθη και κεφαλή λέοντος.
Ιστορία - Παράδοση:

Η εκκλησία, φέρεται, να είναι κτισμένη πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού αφιερωμένου στο Δία.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν αφιερωμένη στην Παναγία την Περίβλεπτο. Κατά την Τουρκοκρατία είχε μετατραπεί σε τζαμί όπου τα τελευταία χρόνια οι Τούρκοι την χρησιμοποιούσαν για στρατώνα και αποθήκη.

Η χρονολογική τοποθέτηση του ναού είναι πολύ δύσκολη. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με το πρόβλημα αυτό ήταν ο Γάλλος ιστορικός, A. Buchon, που διαχωρίζει τη γοτθική Αγία Παρασκευή από την Αγία Παναγία. Αργότερα ο βυζαντινολόγος (1854-1913) Γ. Λαμπάκης υποστήριξε ότι η Αγία Παρασκευή είναι φράγκικο κτίσμα του 13ου αιώνα, με κωδωνοστάσιο ρωμανικό και κρύπτη ευγενών κάτω από τον κυρίως ναό. Σύμφωνα με τη γνώμη του Αυστριακού ιστορικού τέχνης, J. Strzygowski ο ναός είναι οικοδόμημα παλαιοχριστιανικό και μάλιστα ιουστινιάνειο μνημείο, από το οποίο σώζεται το από την είσοδο μέχρι τους δύο πεσσούς του κυρίως ναού μέρος, ενώ το υπόλοιπο είναι μετασκευή φραγκική του 13ου αι. Υπέθεσε ακόμα, ότι μπορεί να είχε και υπερώο, ενώ οι δύο κίονες της πρόσοψης είναι καθαρά παλαιοχριστιανικοί. Η στέγη είναι μετά τον 13ο αιώνα και η πρόσοψη του ναού στολιζόταν με το γνωστό στις γοτθικές εκκλησίες ρόδακα. Ταυτίζει επίσης το γνωστό από τις πηγές ναό των Λατίνων του Αγίου Μάρκου με την Αγία Παρασκευή.

Ο Μ. Γιαννόπουλος ξεκινώντας από τα γλυπτά που βρήκε σκορπισμένα στο χώρο της εκκλησίας, ένα κορινθιάζον κιονόκρανο του 6ου αι., διάστυλα παλαιοχριστιανικά, δύο θεοδοσιανά κιονόκρανα 5ου αι., μιλάει πάλι για έργο ιουστινιάνειο και του αποδίδει τα γλυπτά. Ταυτίζει το ναό με την "Περίβλεπτο", όνομα που διατήρησαν οι Φράγκοι και που οφειλόταν, στο ανάγλυφο της Θεοτόκου.

Ο Ν. Καλογερόπουλος, στην αρχή παραδέχτηκε την ταύτιση με την "Περίβλεπτο", αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη. Διέκρινε και μια Θεοδοσιανή φάση και διεχώρισε Αγία Παρασκευή και Παναγία Περίβλεπτο, στην οποία απέδωσε ορισμένα γλυπτά του Μουσείου Χαλκίδας. Ο ίδιος εξέφρασε την υποψία, μήπως η Αγία Παρασκευή καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς και ξαναχτίστηκε από τους Φράγκους. Αν η υπόθεσή του είναι σωστή, τότε ο ναός έμεινε τετρακόσια ολόκληρα χρόνια ερείπιο, κάτι που εξηγεί και τη μεγάλη διασπορά των αρχιτεκτονικών μελών που σημείωσε ο Γιαννόπουλος.

Ο Γ. Σωτηρίου, συνοψίζοντας, ανέφερε ότι από τον αρχικό ναό, τέλη 5ου/αρχές 6ου αιώνα, σώζονται οκτώ κίονες και τα κάτω τμήματα των μακρών τοιχών. Υπερώα δεν είχε. Ριζικές επισκευές έγιναν τον 13ο αιώνα από τους Φράγκους, οπότε πήρε τη σημερινή του μορφή το ιερό.
Εμπορική πανήγυρη της Αγίας Παρασκευής:

Με αφορμή τη γιορτή της πολιούχου της Χαλκίδας, Αγίας Παρασκευής, πραγματοποιείται εμπορική πανήγυρη κάθε χρόνο, στην περιοχή του Πάρκου Λαού της Χαλκίδας.

Η πανήγυρη καθιερώθηκε με βασιλικό διάταγμα της 9ης Ιανουαρίου 1864, η οποία διαρκεί από τις 26 έως τις 31 Ιουλίου. Η πανήγυρη, αρχικά, γινόταν στο χώρο της πλατείας της εβδομαδιαίας αγοράς, όπου στήνονταν πρόχειρα παραπήγματα για να φιλοξενήσουν τους εμπόρους.